καταβαρύνω

καταβᾰρ-ύνω,
A = καταβαρέω, Thphr.Vert.9:—in [voice] Pass., LXX 2 Ki. 13.25, al.; of sleep, Ev.Marc.14.40: metaph., κ. τὸν βίον Antip. ap. Stob.4.22.25, cf. Corp.Herm.2.9 ([voice] Pass.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καταβαρύνω — και καταβαραίνω καταβάρυνα και καταβάραινα 1. επιβαρύνω κάποιον πολύ: Η κυβέρνηση καταβάρυνε το λαό με φορολογίες. 2. γίνομαι πολύ δυσκίνητος, παραβαραίνω, πάω στο χειρότερο: Μέρα με τη μέρα καταβαραίνει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταβαρύνω — και καταβαραίνω (Α καταβαρύνω) (κυριολ. και μτφ.) καταβάλλω με το βάρος, καταπονώ, επιβαρύνω («η κυβέρνηση καταβάρυνε τον λαό με φορολογίες») νεοελλ. 1. υφίσταμαι υπερβολικό βάρος 2. (κυριολ. και μτφ.) γίνομαι πάρα πολύ βαρύς, βαραίνω υπερβολικά …   Dictionary of Greek

  • καταβαραίνω — καταβαρύνω* …   Dictionary of Greek

  • καταβαρυνθέντα — καταβαρύνω aor part pass neut nom/voc/acc pl καταβαρύνω aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαρῦνον — καταβαρύνω pres part act masc voc sg καταβαρύνω pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαρυνθείη — καταβαρύνω aor opt pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαρυνθῇ — καταβαρύνω aor subj pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαρυνθέντος — καταβαρύνω aor part pass masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαρυνθῶμεν — καταβαρύνω aor subj pass 1st pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαρύνῃ — καταβαρύ̱νῃ , καταβαρύνω aor subj mid 2nd sg καταβαρύ̱νῃ , καταβαρύνω aor subj act 3rd sg καταβαρύ̱νῃ , καταβαρύνω pres subj mp 2nd sg καταβαρύ̱νῃ , καταβαρύνω pres ind mp 2nd sg καταβαρύ̱νῃ , καταβαρύνω pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαρύνει — καταβαρύ̱νει , καταβαρύνω aor subj act 3rd sg (epic) καταβαρύ̱νει , καταβαρύνω pres ind mp 2nd sg καταβαρύ̱νει , καταβαρύνω pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.